ΆΡΧΑΙΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΑΙ---ΆΛΚΜΑΝ 7ος αίών π.κ.χ
ΜΕ ΧΟΡΙΚΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΆΠΟ ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΕΙΑ
(στίχους πού τραγουδά χορός κοριτσιών)
ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΜΑΣ ΆΛΚΜΑΝΟΣ (7ος αίών πκχ ).
Έστι τις σιῶν τίσις·
ὁ δ᾽ ὄλβιος, ὅστις εὔφρων
ἁμέραν [δι]απλέκει
ἄκλαυτος· ἐγὼν δ᾽ ἀείδω
Ἀγιδῶς τὸ φῶς· ὁρῶ
F᾽ ὥτ᾽ ἄλιον, ὅνπερ ἇμιν
Ἀγιδὼ μαρτύρεται
φαίνην· ἐμὲ δ᾽ οὔτ᾽ ἐπαινῆν
οὔτε μωμήσθαι νιν ἁ κλεννὰ χοραγὸς
οὐδ᾽ ἁμῶς ἐῇ· δοκεῖ γὰρ ἤμεν αὔτα
ἐκπρεπὴς τὼς ὥπερ αἴτις
ἐν βοτοῖς στάσειεν ἵππον
παγὸν ἀεθλοφόρον καναχάποδα
τῶν ὑποπετριδίων ὀνείρων·
ἦ οὐχ ὁρῇς; ὁ μὲν κέλης
Ἐνετικός· ἁ δὲ χαίτα
τᾶς ἐμᾶς ἀνεψιᾶς
Ἁγησιχόρας ἐπανθεῖ
χρυσὸς [ὡ]ς ἀκήρατος·
τό τ᾽ ἀργύριον πρόσωπον,
διαφάδαν τί τοι λέγω;
Ἁγησιχόρα μὲν αὕτα·
ἁ δὲ δευτέρα πεδ᾽ Ἀγιδὼ τὸ Fεῖδος
ἵππος Ἰβηνῷ Κολαξαῖος δραμήται·
ταὶ Πεληάδες γὰρ ἇμιν
ὀρθρίαι φᾶρος φεροίσαις
νύκτα δι᾽ ἀμβροσίαν ἅτε σήριον
ἄστρον ἀυηρομέναι μάχονται·
οὔτε γάρ τι πορφύρας
τόσσος κόρος ὥστ᾽ ἀμύναι,
οὔτε ποικίλος δράκων
παγχρύσιος, οὐδὲ μίτρα
Λυδία, νεανίδων
ἰανογ[λ]εφάρων ἄγαλμα,
οὐδὲ ταὶ Ναννῶς κόμαι,
ἀλλ᾽ οὐ[δ᾽] Ἀρέτα σιειδής,
οὐδὲ Σύλακίς τε καὶ Κλεησισήρα,
οὐδ᾽ ἐς Αἰνησιμβρ[ό]τας ἐνθοῖσα φασεῖς·
Ἀσταφίς [τ]έ μοι γένοιτο
καὶ ποτιγλέποι Φίλυλλα
Δαμαρ[έ]τα τ᾽ ἐρατά τε Fιανθεμίς·
ἀλλ᾽ Ἁγησιχόρα με τείρει.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Άπόδοσις είς νεοελληνικήν
΄Υπάρχει αυτό που λένε θεία δίκη
Ο ευτυχισμένος εκείνος που με άδολη καρδιά
έζησε την ημέρα του αδάκρυτος.
Μα εγώ τραγουδάω τη λάμψη της Αγιδώς·
τη βλέπω, ίδιος ο ήλιος,
που η Αγιδώ για μας τον βάζει μάρτυρα.
Εμένα όμως η ξακουσμένη κορυφαία
δεν με αφήνει με κανένα τρόπο
ούτε να την επαινώ ούτε να την ψέγω·
μοιάζει από μόνη να ξεχωρίζει έτσι
όπως θα ξεχώριζε, άν κάποιος πλάι σε γιδοπρόβατα
έβαζε στιβαρό άλογο αγώνων,
που ηχούν οι οπλές του όταν καλπάζει,
από αυτά που ονειρεύεσαι κάτω απ᾽ τους βράχους.
Κοίτα, δεν βλέπεις; Το άλογο ιππασίας είναι ενετικό.
Η χαίτη της Αγησιχόρας, της ξαδέρφης μου,
λάμπει όπως το καθαρό χρυσάφι.
Και το ασημένιο πρόσωπό της
-τι να σου λέω λόγια κι άλλα λόγια;
Ιδού η Αγησιχόρα.
Η δεύτερη στην ομορφιά μετά την Αγιδώ
άλογο κολαξαίο5 θα τρέξει πλάι σε ιβηνό.
Γιατί οι Πελειάδες, που υψώνονται χαράματα, μας πολεμάνε,
όταν εμείς μέσα στην αθάνατη νύχτα σηκώνουμε το άροτρο,
όπως υψώνεται ο Σείριος.
Και δεν υπάρχει για να αμυνθούμε
ούτε τόσος πλούτος πορφύρας
ούτε τόσα λεπτοδουλεμένα ολόχρυσα φίδια
ούτε λυδικοί κεφαλόδεσμοι,
το καμάρι των κοριτσιών με το σκοτεινό βλέμμα,
ούτε η κόμη της Ναννώς,
ούτε και η θεϊκή Αρέτα,
ούτε η Φυλακίδα και η Κλεησιθήρα·
ούτε θα πας στην Αινησιμβρότα
και θα πεις: «κάνε να γίνει δική μου η Ασταφίς,
να με κοιτά κατάματα η Φίλυλλα
και η Δαμαρέτα και η εράσμια Ιανθεμίς».
Εμένα η Αγησιχόρα με λιώνει.
(στίχους πού τραγουδά χορός κοριτσιών)
ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΜΑΣ ΆΛΚΜΑΝΟΣ (7ος αίών πκχ ).
ὁ δ᾽ ὄλβιος, ὅστις εὔφρων
ἁμέραν [δι]απλέκει
ἄκλαυτος· ἐγὼν δ᾽ ἀείδω
Ἀγιδῶς τὸ φῶς· ὁρῶ
F᾽ ὥτ᾽ ἄλιον, ὅνπερ ἇμιν
Ἀγιδὼ μαρτύρεται
φαίνην· ἐμὲ δ᾽ οὔτ᾽ ἐπαινῆν
οὔτε μωμήσθαι νιν ἁ κλεννὰ χοραγὸς
οὐδ᾽ ἁμῶς ἐῇ· δοκεῖ γὰρ ἤμεν αὔτα
ἐκπρεπὴς τὼς ὥπερ αἴτις
ἐν βοτοῖς στάσειεν ἵππον
παγὸν ἀεθλοφόρον καναχάποδα
τῶν ὑποπετριδίων ὀνείρων·
ἦ οὐχ ὁρῇς; ὁ μὲν κέλης
Ἐνετικός· ἁ δὲ χαίτα
τᾶς ἐμᾶς ἀνεψιᾶς
Ἁγησιχόρας ἐπανθεῖ
χρυσὸς [ὡ]ς ἀκήρατος·
τό τ᾽ ἀργύριον πρόσωπον,
διαφάδαν τί τοι λέγω;
Ἁγησιχόρα μὲν αὕτα·
ἁ δὲ δευτέρα πεδ᾽ Ἀγιδὼ τὸ Fεῖδος
ἵππος Ἰβηνῷ Κολαξαῖος δραμήται·
ταὶ Πεληάδες γὰρ ἇμιν
ὀρθρίαι φᾶρος φεροίσαις
νύκτα δι᾽ ἀμβροσίαν ἅτε σήριον
ἄστρον ἀυηρομέναι μάχονται·
οὔτε γάρ τι πορφύρας
τόσσος κόρος ὥστ᾽ ἀμύναι,
οὔτε ποικίλος δράκων
παγχρύσιος, οὐδὲ μίτρα
Λυδία, νεανίδων
ἰανογ[λ]εφάρων ἄγαλμα,
οὐδὲ ταὶ Ναννῶς κόμαι,
ἀλλ᾽ οὐ[δ᾽] Ἀρέτα σιειδής,
οὐδὲ Σύλακίς τε καὶ Κλεησισήρα,
οὐδ᾽ ἐς Αἰνησιμβρ[ό]τας ἐνθοῖσα φασεῖς·
Ἀσταφίς [τ]έ μοι γένοιτο
καὶ ποτιγλέποι Φίλυλλα
Δαμαρ[έ]τα τ᾽ ἐρατά τε Fιανθεμίς·
ἀλλ᾽ Ἁγησιχόρα με τείρει.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Άπόδοσις είς νεοελληνικήν
΄Υπάρχει αυτό που λένε θεία δίκη
Ο ευτυχισμένος εκείνος που με άδολη καρδιά
έζησε την ημέρα του αδάκρυτος.
Μα εγώ τραγουδάω τη λάμψη της Αγιδώς·
τη βλέπω, ίδιος ο ήλιος,
που η Αγιδώ για μας τον βάζει μάρτυρα.
Εμένα όμως η ξακουσμένη κορυφαία
δεν με αφήνει με κανένα τρόπο
ούτε να την επαινώ ούτε να την ψέγω·
μοιάζει από μόνη να ξεχωρίζει έτσι
όπως θα ξεχώριζε, άν κάποιος πλάι σε γιδοπρόβατα
έβαζε στιβαρό άλογο αγώνων,
που ηχούν οι οπλές του όταν καλπάζει,
από αυτά που ονειρεύεσαι κάτω απ᾽ τους βράχους.
Κοίτα, δεν βλέπεις; Το άλογο ιππασίας είναι ενετικό.
Η χαίτη της Αγησιχόρας, της ξαδέρφης μου,
λάμπει όπως το καθαρό χρυσάφι.
Και το ασημένιο πρόσωπό της
-τι να σου λέω λόγια κι άλλα λόγια;
Ιδού η Αγησιχόρα.
Η δεύτερη στην ομορφιά μετά την Αγιδώ
άλογο κολαξαίο5 θα τρέξει πλάι σε ιβηνό.
Γιατί οι Πελειάδες, που υψώνονται χαράματα, μας πολεμάνε,
όταν εμείς μέσα στην αθάνατη νύχτα σηκώνουμε το άροτρο,
όπως υψώνεται ο Σείριος.
Και δεν υπάρχει για να αμυνθούμε
ούτε τόσος πλούτος πορφύρας
ούτε τόσα λεπτοδουλεμένα ολόχρυσα φίδια
ούτε λυδικοί κεφαλόδεσμοι,
το καμάρι των κοριτσιών με το σκοτεινό βλέμμα,
ούτε η κόμη της Ναννώς,
ούτε και η θεϊκή Αρέτα,
ούτε η Φυλακίδα και η Κλεησιθήρα·
ούτε θα πας στην Αινησιμβρότα
και θα πεις: «κάνε να γίνει δική μου η Ασταφίς,
να με κοιτά κατάματα η Φίλυλλα
και η Δαμαρέτα και η εράσμια Ιανθεμίς».
Εμένα η Αγησιχόρα με λιώνει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου